Όλο το περιεχόμενο του ψηφιακού βιβλίου με θέμα τη Μονή Γηρομερίου, που έγραψε για μαθητές δημοτικού, το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων...

Το  Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεεπιστημίου Ιωαννίνων έγραψε ένα ψηφιακό βιβλίο με  πολλά και χρήσιμα πληροφοριακά στοιχεία για τη Μονή Γηρομερίου. Περιλαμβάνει ένα πλούσιο ιστορικό υλικό, που αναδεικνύει  με λεπτομέρειες την εξέλιξη στο χρόνο του Μοναστηριού, περιέχει στοιχεία σχετικά με την ονομασία του, αναλύει  την αγιογράφησή του,  περιγράφει την ακμή και την παρακμή του, τα κειμήλιά του και την προσφορά του και παρουσιάζει τη σημερινή της ανακαινιστική πορεία. Στο τέλος περιέχονται η μορφολογία διδασκαλίας και οι δραστηριότητες για τους μαθητές. 
***
Διδακτικό Σενάριο 1. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Γηρομερίου Ιστορικά στοιχεία Σχετικά με την ονομασία της Μονής υπάρχουν πολλές απόψεις και αρκετές φορές μέχρι σήμερα έχει αλλάξει η γραφή της, και υπάρχουν οι εξής παραλλαγές: 1) Ιερομερίου, από τις λέξεις ιερό και μέρος, 2) Γυρομερίου, από τις λέξεις γύρω και μέρος, 3) Γερομερίου, από τις λέξεις γερό ή ξανά ιερό και μέρος και 4) Γηρομερίου από τις λέξεις γηραιόν και μέρος ή Γηρομηρίου. Από αρκετά χρόνια και μέχρι σήμερα, έχει επικρατήσει η ονομασία και η γραφή «Γηρομερίου». Είναι ένα από τα αρχαιότερα και ιστορικότερα μοναστήρια του Ηπειρωτικού χώρου. Η Μονή ιδρύθηκε τον 13ο αι. ή τις αρχές του 14ου, στην εποχή της ακμής του Δεσποτάτου της Ηπείρου. (Σύμφωνα με τον Λαμπρίδη το 1282, κατά τον Αραβαντινό και τον Μουσελίμη το 1285, ενώ κατά τον Κραψίτη το 1310) . Κατά τον Μυστακίδη κτίστηκε στη θέση που υπήρχε το παλιό μοναστήρι της Παναγίας της Οδηγήτριας, το οποίο με τη σειρά του είχε κτιστεί πάνω στα ερείπια αρχαίου ελληνικού ναού ή βωμού. Ιδρυτής και πρώτος κτίτωρ της Μονής είναι ο Όσιος Νείλος ο Εριχιώτης (1228-1334) Κωνσταντινουπολίτης στην καταγωγή, από την γενιά των Λασκάρεων, ανηψιός του Βυζαντινού αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεόδωρου του Λασκάρεως. Ο Όσιος Νείλος αφού μόνασε μερικά χρόνια στη Μονή των Ακοιμήτων της Κωνσταντινούπολης, όπου από Νικόλαος μετονομάσθηκε Νείλος, στη συνέχεια περιπλανήθηκε για αρκετά χρόνια στους Αγίους Τόπους (Ιεροσόλυμα, Όρος Σινά, Μονή Γερασίμου στον Ιορδάνη), για να καταλήξει το 1310 περίπου στα παράλια της Β. Ηπείρου. Από την Ιεριχώ της Β. Ηπείρου, απ’ όπου πήρε το όνομα Ιεριχιώτης ή Εριχιώτης, μεταβαίνει στην περιοχή των Φιλιατών και ασκητεύει σε μια σπηλιά, παλαιό ασκητήριο στη θέση «Ροδάνι» της Θεόστρουγκας (η υψηλότερη κορυφή των ορέων των Φιλιατών), απέναντι από τη σημερινή Μονή Γηρομερίου. Ασκητεύοντας εκεί μαζί με τον μοναχό Καλλίνικο και τον Μοναχό Γεράσιμο, και βοηθούμενος κι από αυτούς, όπως αναφέρει στη «Διαθήκη» του και κατόπιν οράματος και αφού βρήκαν την εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας, εγκαταστάθηκαν στο απέναντι βουνό όπου διαμόρφωσαν τον πρώτο πυρήνα της Μονής. Με τη βοήθεια των τοπικών αρχόντων κτίζεται η Μονή, αλλά ο Όσιος Νείλος δεν εγκαθίσταται σ’ αυτήν. Προτιμά να ασκητέψει σε μια άλλη σπηλιά πάνω απ ό το Μοναστήρι. Καμαρούλιας, Δημήτρης, «Τα Μοναστήρια της Ηπείρου», Εκδ. Μπάστας-Πλέσσας, Αθήνα, 1996, Τόμος Β’ σελ 9-18, και http://monigiromeriou.gr/el/index.htm. Επειδή κτίστηκε σε μέρος όπου υπήρχε αρχαίος βωμός , όπου «μηρία προσφέροντο των Δωδωναίω Διΐ». Επισημαίνεται η συχνά εμφανιζόμενη τάση να κτίζονται νέοι ιεροί χώροι πάνω σε ερείπια παλιότερων. Η διαθήκη του κάηκε τον 19ο αι. από μια πυρκαγιά. Στην Μονή υπάρχει αντίγραφό της του 1812. 5 " Όσιος Νείλος ο Ηγιασμένος, είναι η σημαντικότερη ασκητική φυσιογνωμία του θεσπρωτικού χώρου. Πατρίδα του Οσίου Νείλου ήταν η τότε βασιλεύουσα, η Κωνσταντινούπολη, όπου και γεννήθηκε περίπου το 1228 μ.Χ. Η καταγωγή του μάλιστα, ήταν από την βασιλική οικογένεια των Λασκάρεων. Τα πλούτη και η δόξα όμως, δεν μπόρεσαν να νικήσουν τον πόθο του μοναχικού βίου, που είχε φωλιάσει στην ψυχή του και έτσι τα εγκατέλειψε όλα και σε νεαρότατη ηλικία έγινε μοναχός έφθασε στην Ήπειρο, σε τόπο ονομαζόμενο Ωρυκόν ή Ιεριχώ, κοντά στη σημερινή Αυλώνα της Βορείου Ηπείρου, όπου εγκαταστάθηκε σε μία μικρή καλύβα. Μετά όμως από παράκληση θεοφιλών κατοίκων της Θεσπρωτίας, μετέβη νοτιότερα, στην περιοχή του Γηρομερίου, και εγκαταστάθηκε στη σπηλιά ενός αποτόμου βράχου. Σύντομα, γύρω από τον σεβάσμιο ασκητή, δημιουργήθηκε μικρή αδελφότητα μοναστών, ενώ παράλληλα, η φήμη και η πνευματική του ακτινοβολία συνεχώς εξαπλώνονταν... Από την αρχή της ίδρυσής της τιμήθηκε με την έδρα της Εξαρχίας Γηρομερίου, που σημαίνει ότι ο Ηγούμενός της ήταν Πατριαρχικός Έξαρχος και η Μονή είναι Πατριαρχική Σταυροπηγιακή6 , όπως αναφέρεται και σε σιγίλλιο του Οικουμενικού Πατριάρχη Μητριφάνη του Β΄ (ανήλθε στον πατριαρχικό Θρόνο το 1440). Με απόφαση του Πατριάρχη Σεραφείμ Β΄(1757-1761) ενώνεται το 1760 με την Επισκοπή Βουθρωτού και Γλυκέος, αλλά το 1761 με απόφαση του Πατριάρχη Ιωαννικίου (1761-1763) καταργείται η ένωση αυτή και έξαρχος Γηρομερίου διορίζεται ο δικαιοφύλακας της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, Κυρίτζης Γεωργάκης Καλλίαρχος. Το 1800 με απόφαση του Πατριάρχη Νεόφυτου Ζ΄(1798- 1801) η Εξαρχία γίνεται Επισκοπή της Μητρόπολης Ιωαννίνων με πρώτο Επίσκοπο Γηρομερίου τον Σαμουήλ. Το 1809 ο Πατριάρχης Ιερεμίας Δ΄ την ξανακάνει Εξαρχία και μετά από αλλεπάλληλες αλλαγές στη διοίκησή της, το 1895 ενώνεται οριστικά πλέον, από τον Πατριάρχη Άνθιμο Ζ΄(1895-1896) με τη Μητρόπολη της Παραμυθιάς, Φιλιατών και Γηρομερίου. Στην δικαιοδοσία της ανήκαν 12 χωριά της επαρχίας και η πόλη των Φιλιατών. Το 1928, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, παραχώρησε "επιτροπικώς" την διοικητική επιστασία της Μονής στην Ιερά Μητρόπολη Παραμυθίας, Φιλιατών και Γηρομερίου, διατηρώντας όμως τα κανονικά του πνευματικά δικαιώματα επ' αυτής. Για τον λόγο αυτό, στις ιερές ακολουθίες που τελούνται στη Μονή, μνημονεύεται το όνομα του εκάστοτε Οικουμενικού Πατριάρχου. Η προσφορά της Μονής ήταν πολύ μεγάλη στην περιοχή της Θεσπρωτίας. Μεγάλη καθ’ όλη τη μακραίωνη ιστορία της, συμβάλλοντας στη διατήρηση της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των κατοίκων. Στη Μονή λειτουργούσε Σχολή Γραμμάτων από το 13ο μέχρι τον 17ο αι., ενώ το Μοναστήρι ίδρυσε και συντηρούσε Σχολείο στους Φιλιάτες και Παρθεναγωγείο στο Γηρομέρι. Χαρακτηριστική ήταν η λειτουργία του Κρυφού Σχολειού και της Ιερατικής Σχολής, μέσα στο χώρο της Μονής. Ακόμη, με ενέργειες κάποιων Εξάρχων και με έξοδα της Μονής λειτουργούσαν σχολεία σε ορισμένα από τα χωριά της περιοχής. Είχε πολύτιμη βιβλιοθήκη που κάηκε το 1835. Αποτέλεσε σημαντικό μοναστικό κέντρο, που σταδιακά έγινε και μεγάλο κτηριακό συγκρότημα, και έφτασε στην μεγαλύτερη ακμή της στα μέσα του 16ου αιώνα, εποχή κατά την οποία, κατά τον Πρωτονοτάριο του Πατριαρχείου Θεοδόσιο Ζυγομαλά, αριθμούσε περίπου 300 μοναχούς, όσους δηλαδή αριθμούσε το σύνολο των μοναχών των υπολοίπων –πολυάριθμων- μοναστηριών της περιοχής των Ιωαννίνων την εποχή εκείνη. Από περιγραφές για το μοναστήρι μαθαίνουμε ότι , εκτός από το καθολικό, στη Μονή υπήρχαν. Η παράδοση της περιοχής αναφέρει, ότι κατά καιρούς, στο απέναντι βουνό, μέσα στο πυκνό δάσος, ο Όσιος έβλεπε τις νύχτες κάποια θεϊκή λάμψη, σαν φωτιά. Αυτό παρακίνησε τους ασκητές να αναζητήσουν την πηγή αυτής της παράξενης φωτιάς και να οδηγηθούν στην ανακάλυψη της Ιεράς Εικόνος της Παναγίας, η οποία και έγινε η αφορμή να δεχθούν σαν θέλημα του Θεού να κτισθεί στην θέση αυτή το Μοναστήρι. Σε βαθύ γήρας πλέον (106 ετών) και έχοντας τελειώσει το έργο του ο Όσιος Νείλος, όρισε τον διάδοχό του και κανόνισε τα της ταφής του, ζητώντας να τον θάψουν στον τάφο που ο ίδιος είχε ετοιμάσει εκτός της Μονής δίπλα στον παρακείμενο χείμαρρο. Άφησε ως ιερά παρακαταθήκη και κανονισμό για τη λειτουργία της Μονής την Ιδιόχειρη Διαθήκη του και παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού, τη νύχτα της πρώτης Ιανουαρίου του έτους 1334 μ.Χ. Μετά από μερικά χρόνια, κατά την παράδοση, απεσταλμένοι του αυτοκράτορα, ήλθαν στη Μονή με σκοπό να προβούν σε εκταφή και μεταφορά των ιερών λειψάνων του Οσίου στην Κωνσταντινούπολη. Όμως ο Θεός, «κρίμασιν οἶς Αὐτὸς οἶδεν», δεν το επέτρεψε και επενέβει με τρόπο θαυμαστό. Ένας ογκώδης βράχος κατέπεσε από το βουνό και σκέπασε τον τάφο του Οσίου εμποδίζοντας την εκταφή. Έτσι η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε και επάνω από τον βράχο κτίστηκε ναΐσκος προς τιμήν του Οσίου, ενώ τα άγια λείψανά του παραμένουν μέσα στον τάφο του, αγκαλιασμένα από τη θεσπρωτική γη, σαν πολύτιμος θησαυρός για όλους μας"... Αποσπάσματα από την Σελίδα Ορθόδοξος Συναξαριστής (www.saint.gr). Σταυροπηγιακές λέγονται οι Ιερές Μονές οι οποίες ελέγχονται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ο Πατριάρχης ή εκπρόσωπός του τοποθετούσε στα θεμέλια του μοναστηριού έναν σιδερένιο σταυρό ο οποίος είναι και το Σταυροπήγιο. Από αυτήν την πράξη πήραν και οι Μονές το όνομα Σταυροπηγιακές ξεχωριστοί «Οντάδες» για τους προσκυνητές των γειτονικών χωριών (Οντάς Σαγιαδινός, Οντάς Σιδερίτικος, Οντάς Πλησεβίτσας, κ.α. ), Οντάς για του Οθωμανούς (Τουρκοντάς), φρενοκομείο, ελαιοτριβείο, ηγουμενείο, και άλλοι βοηθητικοί χώροι.7 Τοποθεσία: H Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Γηρομερίου, βρίσκεται στην ακριτική περιοχή του Νομού Θεσπρωτίας βορειοανατολικά της πόλης των Φιλιατών και κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Είναι κτισμένη σε υψόμετρο τριακοσίων περίπου μέτρων, στις δυτικές πλαγιές του όρους Φαρμακοβούνι. Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Γηρομερίου, από Google Earth, συντεταγμένες:: 39°39'16.68" B 20°19'30.47" E. Η Μονή συνδέεται με το οδικό δίκτυο της περιοχής με ασφαλτοστρωμένο δρόμο καλής βατότητας. Απέχει 8 χιλιόμετρα από τους Φιλιάτες, 23 από την Ηγουμενίτσα και 75 από τα Ιωάννινα, μέσω Κεραμίτσας, και υπάρχει επίσης, άνετος χώρος στάθμευσης των αυτοκινήτων και των λεωφορείων. Η Μονή σήμερα Η Μονή Γηρομερίου, είναι ένα από τα λίγα μοναστήρια στην Ήπειρο, που είναι επανδρωμένα και λειτουργούν. Σήμερα κατοικείται από 3 μοναχούς οι οποίοι ήλθαν εδώ το 1989, και έκτοτε ασχολούνται με την αναστήλωση και τη συντήρηση του κτηριακού συγκροτήματος, το οποίο με την πάροδο των αιώνων είχε υποστεί σημαντικές φθορές, μέχρι του σημείου της ολοκληρωτικής κατάρρευσης σε κάποια από τα τμήματά του. Σήμερα έχει αποκατασταθεί σε μεγάλο βαθμό, αλλά οι εργασίες συνεχίζονται ακόμη, με σεβασμό στην τοπική παράδοση, και εναρμονίζονται κατά το μεγαλύτερο δυνατό βαθμό στο μοναστηριακό περιβάλλον, χωρίς να αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του μνημείου. Αποτελεί σημείο αναφοράς στη σύγχρονη Θεσπρωτία, με απήχηση σε όλη την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου. Η Μονή λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες του κοινοβιακού μοναχισμού στη διαβίωση των μοναχών αλλά και στο τυπικό και δέχεται προσκυνητές καθημερινά από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου. Χιλιάδες κόσμου, κυρίως προσκυνητές αλλά και τουρίστες, την επισκέπτονται σε όλη τη διάρκεια του έτους, καταφθάνοντας εδώ, είτε σε οργανωμένες ομαδικές εκδρομές, είτε και μεμονωμένα. Δεν διαθέτει ξενώνα για μεγάλες ομάδες προσκυνητών και η φιλοξενία γίνεται μόνο κατόπιν συνεννοήσεως. Η Μονή πανηγυρίζει στις 15 Αυγούστου, εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και στις 2 Ιανουαρίου, εορτή του κτίτορος Οσίου Νείλου του Ηγιασμένου. Επίσης εορτάζεται πανηγυρικά την Τρίτη του Πάσχα, η μνήμη των Νεοφανών Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης στο όνομα των οποίων, κατασκευάστηκε πρόσφατα, Παρεκκλήσιο εντός της Μονής. Σημαντικά κειμήλια / Εικονογραφία: Στη Μονή σώζονται αρκετά κειμήλια, δείγματα του μεγαλείου και της ένδοξης ιστορικής πορείας της. Αυτά που σώζονται σήμερα, ελάχιστα συγκριτικά με όσα υπήρχαν, κατορθώθηκε να διατηρηθούν με πολλούς κόπους και αγώνες των παλαιοτέρων αδελφών της Μονής, κάτω από αντίξοες συνθήκες και δύσκολες καταστάσεις του παρελθόντος, ιδίως κατά τις τελευταίες πολεμικές περιπέτειες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.  Καμαρούλιας, Δημήτρης, «Τα Μοναστήρια της Ηπείρου», Εκδ. Μπάστας-Πλέσσας, Αθήνα, 1996, Τόμος Β’ σελ 15,  μεγάλος αριθμός εικόνων διαφόρων μεγεθών και εποχών, καθώς και έργα μικροτεχνίας πατριαρχικά σιγίλλια και ηγεμονικά χρυσόβουλα σε μεμβράνη,  χειρόγραφα (14ου-19ου αι.),  έντυπα βιβλία (17ου-20ού αι.),  αργυρά εκκλησιαστικά σκεύη.  Το εσωτερικό του ναού παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον καθώς ιστορείται με αγιογραφίες του 16ου και 17ου αιώνα. Το τέμπλο του είναι αξιόλογο έργο ξυλογλυπτικής κατασκευασμένο το 1824 και επιχρυσωμένο το 1829. Οι εικόνες του τέμπλου κατασκευάστηκαν το 1824 και είναι έργα του Δημητρίου Παπαδιαμάντη από το Ζαγόρι. Σε ιδιαίτερο ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι, σύγχρονο του τέμπλου, βρίσκεται η εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας. Είναι η αρχαιότερη εικόνα της Μονής, αγιογραφημένη στις αρχές του 14ου αιώνα. Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας (διαστάσεων 90Χ66εκ) έχει ασημένια επένδυση, η οποία σύμφωνα με επιγραφή της έγινε το 1875 από τους αδελφούς Αγγελή και Ιωάννη Γηρομερίτη. Η εικόνα αυτή της Παναγίας «σαρακοφαγωμένη» σήμερα είναι ζωγραφισμένη και από τις δύο της πλευρές. Στη μια πλευρά, στην οποία εικονίζεται η Παναγία με το Χριστό βρέφος, υπάρχει η επιγραφή «Η ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ ΔΙΚΗΟΤΙΣΣΑ», ενώ στην άλλη, που εικονίζονται ολόσωμα οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος, γράφει: «ΑC ΠΕΤΡΟΣ- ΑC ΠΑΥΛΟΣ» Το καθολικό δεν είναι αγιογραφημένο στην ολότητά του: η διακόσμηση επικεντρώνεται στον κύριο ναό, ένα μικρό μέρος των αγιογραφιών στον εξωνάρθηκα και στο χαγιάτι. Υπάρχουν δύο φάσεις των τοιχογραφιών. Η πρώτη ανάγεται στον 16ο αι. και η δεύτερη φάση στο 1679. Η πρώτη αρχικά κάλυπτε το σύνολο του κυρίως ναού, μια περιοχή του εξωνάρθηκα και το χαγιάτι. Ακόμη κι αν δεν διατηρείται η επιγραφή του δωρητή, μια εγχάρακτη περιγραφή του 1589/90 υπάρχει σε ένα προηγούμενο στρώμα ζωγραφικής που καθορίζει αυτή τη φάση της αγιογράφησης. Η επιγραφή συνεπικουρούμενη από τη χρονολογία οικοδόμησης του ναού τοποθετεί την πρώτη φάση της αγιογράφησης στην περίοδο μεταξύ 1568 και 1590. Η δεύτερη φάση της αγιογράφησης, σύμφωνα με την επιγραφή του δωρητή, έγινε το 1679 με έξοδα του Πάνου Ιερομνήμονα, ενός έλληνα εμπόρου της Βενετίας όταν ο Παρθένιος ήταν Μητροπολίτης Παραμυθιάς (1665-1685). Η δεύτερη φάση που συνίσταται στο Κύκλο του βίου του Χριστού, σε σκηνές από το βίο της Παρθένου, τον Ακάθιστο Ύμνο και επιλογή Αγίων, καλύπτει σε δύο ζώνες τις κατώτερες περιοχές της πρώτης φάσης η οποία αρχικά είχε ολόσωμα πορτραίτα Αγίων. Στον τρούλο υπάρχει η εικόνα του Παντοκράτορα κυκλωμένη από μια ζώνη από medallions με την Παρθένο, τον Αγ. Ιωάννη το Βαπτιστή και αγγέλους. Πιο χαμηλά, μεταξύ των παραθύρων, γίνεται επιλογή των 12 προφητών και των 4 Ευαγγελιστών. Στα τόξα υπάρχουν αναπαραστάσεις της Λειτουργίας των Αγγέλων, της Κοινωνίας των Αποστόλων και ανεξάρτητες σκηνές. Το υπόλοιπο του ναού έχει σκηνές από το Δωδεκάορτον, των Παθών και των θαυμάτων του Χριστού, και του βίου τους Παρθένου, όπως και σκηνές από την Αποκατάσταση των Εικόνων, της Δευτέρας Παρουσίας, κ.α.8 8 Ioannis Tsiouris, , ("The Mural Decoration in the Katholikon oh the Monastery of Geromeri in Thesprotia (1577 - 1590)"), Athens 2011, σελ. 152 (Ιωάννης Κ. Τσιουρής, Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του καθολικού της Μονής Το μνημείο παρείχε αρκετό χώρο στον αγιογράφο ώστε να δημιουργήσει άφθονους εικονογραφικούς κύκλους και ανεξάρτητες συνθέσεις που οργανώνονται σε ένα πλούσιο οργανικό σύνολο. Το δεύτερο στρώμα των τοιχογραφιών (1679) είναι λαϊκής τεχνοτροπίας της εποχής εκείνης ενώ το πρώτο, του 16ου αιώνα (1568-1590), είναι βυζαντινής τεχνοτροπίας και έχει την μοναδική ιδιαιτερότητα ανάμεσα στα μνημεία της Ηπείρου, να συνδυάζει στοιχεία της βυζαντινής τέχνης, που ανήκει στην Κρητική Σχολή και στην σχολή της Δυτικής Ελλάδος, με στοιχεία της Δυτικής τέχνης. Ο εμπνευσμένος αγιογράφος, δυστυχώς, μας είναι άγνωστος. Η ανάλυση9 των αναπαραστάσεων έδειξε ότι το έργο του άγνωστου αγιογράφου παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία και εκλεκτισμό σχετικά με την εικονογραφική τυπολογία που χρησιμοποιεί. Οι περισσότερες από τις αναπαραστάσεις ακολουθούν μοντέλα της Κρητικής Σχολής, ενώ αρκετές μπορούν να αποδοθούν στην παράδοση της Σχολής της Βορειοδυτικής Ελλάδας, άλλες έχουν προέλευση σε Παλαιολόγεια μοντέλα και ένας ακόμη αριθμός μπορεί να έχει επιρροές από την δυτική τέχνη. Οι εικόνες που έχουν συνάφεια με τους Παλαιολόγειους εικονογραφικούς τύπους αναφέρονται στο βίο της Παναγίας, και είναι εξαιρετικά σπάνιοι σε μεταβυζαντινά μνημεία ή σε φορητές εικόνες του 16ου αι. Οι αναπαραστάσεις που προέρχονται από την Κρητική Σχολή δεν περιορίζονται σε ένα συγκεκριμένο εικονογραφικό κύκλο, παρά το γεγονός ότι προέρχονται από τον κύκλο του βίου του Χριστού και του βίου του Αγ. Ιωάννη του Βαπτιστή. Έτσι σκηνές όπως η Βάπτιση, η Ανάσταση του Λαζάρου, Η Κοίμηση της Θεοτόκου, η Προσευχή του Χριστού στον κήπο της Γεσθημανή, προέρχονται από Κρητικά μοντέλα. Αυτή η επιρροή φαίνεται περισσότερο στις φορητές εικόνες όπου ο αγιογράφος της Μονής Γηρομερίου προσπάθησε να κρατηθεί όσο περισσότερο κοντά γινόταν στα πρωτότυπα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η Είσοδος στην Ιερουσαλήμ, όπου παρουσιάζει εικονογραφικό τύπο πολύ γνωστό σε φορητές εικόνες, και ειδικά στην αναπαράσταση του βίου του Αγ. Ιωάννη του Βαπτιστή με ύφος πολύ κοντινό στη φορητή εικόνα με το ίδιο θέμα του Μάρκου Στριλιτζά ή Βάθα στα Ιωάννινα. Μερικές από τις συνθέσεις δεν μπορεί να αποδοθούν σε χαρακτηριστικά μοντέλα αλλά είναι δύσκολο να ταυτοποιηθεί αν τα χαρακτηριστικά τους δημιουργήθηκαν ή αφομοιώθηκαν από τον αγιογράφο του Γηρομερίου, αν πραγματικά δεν είναι δικές του δημιουργίες. Ακόμη ένα χαρακτηριστικό της δουλείας του αγιογράφου είναι η συχνή παρουσία στοιχείων της Δυτικής τέχνης. Στην πλειονότητά τους περιορίζονται σε απλές και κοινές επαναλήψεις σχηματοποιημένων αρχιτεκτονικών και αγροτικών μοτίβων, και μόνο σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να πει κανείς ότι πρόκειται για δάνεια από ειδικά έργα ή χαρακτικά της Δυτικής τέχνης. Παρά το γεγονός ότι παρόμοια στοιχεία υπάρχουν σε άλλες τοιχογραφίες μνημείων του 16ου αι. ειδικά αυτών που αγιογραφήθηκαν από την Κρητική Σχολή, η συχνότητα της χρήσης τους από τον αγιογράφο του Γηρομερίου κάνει αντίθεση με τη σποραδική χρήση τους από άλλους αγιογράφους σε πρωιμότερες τοιχογραφίες. Γηρομερίου Θεσπρωτίας (1577-1590) Συμβολή στη μελέτη της εντοίχιας θρησκευτικής ζωγραφικής του 16ου αιώνα στην Ήπειρο) (9) Ioannis Tsiouris,  ("The Mural Decoration in the Katholikon oh the Monastery of Geromeri in Thesprotia (1577 - 1590)"), Athens 2011, σελ. 152. Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του καθολικού της Μονής Γηρομερίου Θεσπρωτίας (1577-1590) Συμβολή στη μελέτη της εντοίχιας θρησκευτικής ζωγραφικής του 16ου αιώνα στην Ήπειρο) Αρχιτεκτονικά στοιχεία: Η Μονή έχει φρουριακό χαρακτήρα με κεντρική αυλή, περικλείεται εξωτερικά από τείχη, μεγάλο μέρος των οποίων αποτελούν τα οικοδομήματά της, κατασκευασμένα με εξαιρετική τοιχοδομία από πέτρες και συνδετικό κονίαμα, και αποτελείται από το καθολικό, τρία ξεχωριστά κτήρια και βοηθητικούς χώρους, και το καμπαναριό. Το καθολικό βρίσκεται στο κέντρο και προς τη νότια πλευρά του συγκροτήματος. Είναι ναός σχετικά μικρών διαστάσεων και αρχιτεκτονικά ανήκει στον τύπο των τετρακιονίων σταυροειδών εγγεγραμμένων μετά (οκτάγωνου) τρούλου.10 Πιθανώς, αρχικά να ήταν του τύπου της μονόκλιτης βασιλικής, ενώ η σημερινή του μορφή, δηλαδή τα τέσσερα τμήματά του, είναι αποτέλεσμα ανακαινίσεων και προσθέσεων διαφόρων εποχών. Χρονολογικά, γνωρίζουμε μόνο για την ανέγερση του Κυρίως Ναού, η οποία, σύμφωνα με επιγραφή γραμμένη με εντοιχισμένα κεραμίδια στη Νότια πλευρά του, έγινε το 1568 κατόπιν χορηγίας του Βοεβόδα της Ουγγροβλαχίας Οξυώτη ή Αξιώτη από την Πωγωνιανή. Κτίσμα της ίδιας εποχής11 (1658) θεωρείται ο Εξωνάρθηκας, ενώ το Ιερό και ο Νάρθηκας είναι προγενέστερα κτίσματα, τμήματα του πρώτου Ναού, πιθανώς του 14ου αιώνα. Από το 10 Ο τύπος του σταυροειδούς με τρούλο, παρουσιάζει, στην πρώτη του μορφή, στην κάτοψη σχήμα σταυρού εγγεγραμμένου σε ένα τετράγωνο που αποτελείται από το ιερό βήμα και από τριπλό νάρθηκα ή περίδρομο (Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης). Ο νέος αυτός τύπος αποτελεί εξέλιξη των μικρών σταυροειδών ναών τύπου Οσίου Δαβίδ Θεσσαλονίκης, ή όπως ο ναός της Κοιμήσεως στη Νίκαια, ο ναός Πέτρου και Παύλου (9ου αιώνα) και άλλοι. Στον ίδιο τύπο καταλήγουν και παλαιοχριστιανικής εποχής βασιλικές που διασκευάζονται την εποχή αυτή, όπως η Αγία Ειρήνη Κωνσταντινουπόλεως. Πρόκειται για νέα δημιουργία της εποχής, όπου παλαιότερες αλλά οικείες μορφές και τύποι αλληλοεπηρεάζονται και τελικά καταλήγουν στο ίδιο περίπου αποτέλεσμα. Οι τέσσερις εν τετράγωνο πεσσοί που στηρίζουν τα τέσσερα μεγάλα τόξα είναι πολύ ογκώδεις, αλλά τείνουν να διαλυθούν ώστε να σχηματιστούν μικρά γωνιαία διαμερίσματα. Η τάση να διατηρηθεί η ενότητα του μεγάλου τρουλοσκέπαστου κεντρικού χώρου είναι φανερή, για αυτό οι επικοινωνίες με τους πλάγιους περιδρόμους από όπου οι περισσότεροι πιστοί παρακολουθούν τη λειτουργία γίνεται συνήθως δια μέσου τριβήλων, ενώ με τα μικρά γωνιαία διαμερίσματα δεν υπάρχουν επικοινωνίες.Εκτός από την επικράτηση και την εξέλιξη του τύπου του σταυροειδούς με τρούλο εξασφάλιζαν η συμβολική σημασία του σταυρικού σχήματος καθώς και του τρούλου, εικόνας του ουρανού. Ο ναός-μικρόκοσμος έβρισκε την τέλεια μορφή του. Από το http://e-theotokario.blogspot.gr/2014/01/blog-post.html. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ, Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 16ο ΑΙΩΝΑ, στο ΕΝΔΕΚΑΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΑΘΗΝΑ 1991 σελ. 26: « Ή μελέτη τής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής μετά τήν "Αλωση στον ευρύτερο χώρο τής 'Οθωμανικής αυτοκρατορίας (άσυστηματοποίητη ακόμα από πλευράς τόσο συγκεντρώσεως του υλικού όσο καί ερμηνείας του) παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον . Πολύ σημαντική είναι ή μελέτη τής ναοδομίας του 16ου αΙώνος κι αυτό γιατί όχι μόνο φωτίζει τήν πολιτιστική ζωή τών ορθοδόξων λαών ατά χρόνι α τής ακμής τής αυτοκρατορίας , αλλά καί συνδέεται μέ τό Βυζάντιο καί τήν αρχιτεκτονική του κληρονομιά. Πράγματι, ή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική του 16ου αιώνος παραμένει κατά βάση μεταβυζαντινή . "Αν καί ή διαφοροποίηση μεταξύ βενετοκρατούμενων καί τουρκοκρατούμενων τοπικών ενοτήτων είναι σαφής, τά τυπολογικά καί τά μορφολογικά χαρακτηριστικά τών εκκλησιών ακολουθούν μέ συντηρητισμό τους βυζαντινούς τρόπους. Πρόκειται όμως καί γιά μιά εποχή μέ εξαιρετική παραγωγικότητα: Δεκάδες άπό καθολικά μοναστηριών κτίζονται κατά τόν 16ο αίώνα, τά περισσότερα αρίστης τέχνης, μερικά άπό τά οποία συναγωνίζονται σε πλούτο καί σημασία εκείνα του Βυζαντίου . Στον ελληνικό χώρο καί μάλιστα στό "Αγιον "Ορος καί στην Θεσσαλία βρίσκονται τά πι ό σπουδαία άπό αυτά. Τό μεγαλειώδες αυτό αρχιτεκτονικό φαινόμενο δέν είναι βέβαια προσιτό πλήρως μέσω τής βιβλιογραφίας , δεδομένου ότι πολλά άπό τά μνημεία του 16ου αίώνος παραμένουν ανέκδοτα ή ανεπαρκέστατα μελετημένα. Διαφέρουν άλλωστε καί ώς προς τόν βαθμό διατηρήσεως τους . Πρόκειται κυρίως γιά καθολικά μοναστηριών κι όχι γιά εκκλησίες πόλεων .( …) Στην δυτική Στερεά καί "Ηπειρο τά καθολικά Τατάρνας, Γηρομερίου, Φωτμού, Πόρτας, Στάνου, Κληματιάς, Αγίας Τριάδος Μολυβοσκέπαστης, Κράψης καί Μονών νησίδος 'Ιωαννίνων. (…) Ή ερμηνεία τής άνθήσεως αυτής βρίσκεται στην συγκυρία ευνοϊκών παραγόντων: Ή μακροχρόνια είρήνη μετά τήν πλήρη επικράτηση τον 'Οθωμανών ήταν ο σπουδαιότερος. Ό θεσμός τής αύτοτελείας τών θρησκειών ενίσχυσε τον ρόλο τής ορθοδόξου εκκλησίας ως πόλου Εθνικής συσπειρώσεως καί βοήθησε τήν ανάπτυξη τών τεχνών καί τής ναοδομίας. Οι οθωμανικοί νόμοι, το σπουδαιότερο, ευνόησαν τήν οίκονομική ανάπτυξη τών θρησκευτικών Ιδρυμάτων (τών μοναστηριών έν προκειμένω) καί επέτρεψαν τήν συγκέντρωση χρημάτων σε αυτά. Oι πάτρωνες τών τεχνών κατά τόν 16ο αίώνα δέν είναι πιά oι αξιωματούχοι καί ot πλούσιοι τοο Βυζαντίου, άλλα οι μονές, oι οποίες είχαν ήπια φορολογία καί προνόμια. Ουσιαστικός τέλος παράγων υπήρξε ή ανανέωση του μοναχικού βίου μεταξύ τών παλιό καθολικό του Οσίου Νείλου, κατά τον Μουσελίμη, διατηρείται μόνο «το πεντάπλευρο άγιο Βήμα σε ύψος μέτρου επί του οποίου ακουμπάει φορητός σταυρός από πωρόλιθο, στηριγμένος στο τρίπλευρο άγιο Βήμα του νέου ναού» .12 Το εσωτερικό του ναού, χωρισμένο σε πρόναο, λιτή (εξωνάρθηκα) κυρίως ναό και Ιερό Βήμα, είναι κατάγραφο -εκτός από τη λιτή- από αγιογραφίες που έγιναν το 1679 με έξοδα του Πάνου Ιερομνήμονα. Εξωτερικά διακοσμείται από λιτά κεραμικά σχέδια κυρίως στον τρούλο, στη νότια και στη δυτική πλευρά, κυρίως στα τόξα των ανοιγμάτων. Στο συγκρότημα της Μονής Γηρομερίου, στα βόρεια του Καθολικού υπάρχει ένα διώροφο κτήριο, επισκευασμένο το 1959, με τις αποθήκες και τους άλλους βοηθητικούς χώρους στο ισόγειο και τα κελιά, το αρχονταρίκι, το παλιό ηγουμενείο, τον ξενώνα και το γραφείο της Μονής, στον πρώτο όροφο. Στα ανατολικά του καθολικού υπάρχει ένα τριώροφο κτήριο του 1882, με αποθήκες στα δύο πρώτα πατώματα και την Τράπεζα της Μονής και το μαγειρείο στο τρίτο. Στα νότια του καθολικού υπάρχει ένα άλλο ανεξάρτητο διώροφο κτήριο, το οποίο χρησιμεύει ως αποθήκη ξυλείας. Το καμπαναριό του μοναστηριού κτίστηκε το 1921, από τον ηγούμενό του Φιλόθεο Παπαδόπουλο. Πάνω από το μοναστήρι, στη θέση όπου κατά τον συναξαριστή του Οσίου Νείλου ασκήτεψε και κοιμήθηκε ο Όσιος, ο ηγούμενος Φιλόθεος Παπαδόπουλος ανήγειρε το 1923 μικρό εκκλησάκι. Στοιχεία ενδιαφέροντος: Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η οργάνωση του συνόλου της Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Γηρομερίου. Πρόκειται για ένα συγκρότημα λειτουργιών που αποτελεί μικρογραφία ενός κόσμου, που όμως δεν αποκρίνεται στους κυρίαρχους και κατεστημένους κανόνες που διέπουν την έξω κοινωνία. Η οργάνωση των μοναστηριών με τον αυτόνομο και αυτοδιοίκητο χαρακτήρα, βασίζεται στη λογική των ανεξάρτητων κοινωνικών πυρήνων αλλά χωρίς αυτοί να είναι εντελώς αποκομμένοι αφού επικοινωνούν με το κοινωνικό πλαίσιο που τα περιβάλλει στη λογική της φιλοξενίας και της προσφοράς. Θα μπορούσε κανείς να διαβάσει τα μοναστήρια ως ένα είδος ετεροτοπίας. Ο Michel Foucault προσδιορίζει τις ετεροτοπίες ως χώρους του άλλου, συνδεδεμένες αλλά και σαφώς διαφοροποιημένες από τις ουτοπίες καθώς οι ετεροτοπίες έχουν χωρική υπόσταση. Μπορεί ο Foucault να μην αναφέρεται συγκεκριμένα στα μοναστήρια αλλά οι αρχές της ετεροτοπίας βρίσκουν εφαρμογή στα μοναστήρια. Πρόκειται για χώρους που μπορεί να ορισθούν ως χώροι κρίσης, χώροι όπως τα οικοτροφεία, τα γηροκομεία, αλλά και χώρους απόκλισης, όπου μπορεί να συμβαίνουν περιθωριακές δράσεις. Η λειτουργία τους δεν είναι σταθερή και μπορεί να αλλάζει στο χρόνο. Στην ετεροτοπία μπορεί κανείς να παραθέτει ραγιάδων, πού οφείλεται άφ'ενός στην προβολή προσωπικοτήτων ("Αγιος Βησαρίων, Διονύ σιος έν Όλύμπω, Νικάνωρ) καί άφ'έτερου στην διέξοδο πού αυτός προσέφερε σέ χριστια νούς τους οποίους - τo 'Οθωμανικό σύστημα απέκλειε άπό τά δημόσια αξιώματα καί τήν κοινωνική δράση. Είναι άλλωστε σαφές ότι ή αρχιτεκτονική μέ προθέσεις πραγματοποιείται μακρυά άπό τόν "κόσμο", πού ουσιαστικά είναι οι τουρκοκρατούμενες πόλεις. Σέ αυτές, oι θρησκευτικές διακρίσεις πού επέβαλλαν οι 'Οθωμανικοί νόμοι άπεθάρρυναν κάθε πρωτοβουλία καί ουσιαστικά απαγόρευαν τό κτίσιμο νέων εκκλησιών. Αυτά σχετίζονται αμέσως μέ τό ερώτημα τής υπάρξεως ή όχι καλλιτεχνικών κέντρων γιά τήν αρχιτεκτονική του 16ου αίώνος.» http://epublishing.ekt.gr/sites/ektpublishing/files/proceedings/SChAE_011.pdf 12 Καμαρούλιας, Δημήτρης, «Τα Μοναστήρια της Ηπείρου», Εκδ. Μπάστας-Πλέσσας, Αθήνα, 1996, Τόμος Β’ σελ 16 στον πραγματικό χώρο άλλους χώρους, όπως στο παράδειγμα των μοναστηριών, αυτός της μεταφυσικής συνύπαρξης με τα θεία. Επιπλέον οι ετεροτοπίες ανοίγονται στο χρόνο, είναι ετεροχρονίες που τοποθετούνται έξω από το συμβατικό χρόνο. Χαρακτηρίζονται από ένα σύστημα εισόδου κι εξόδου, βρίσκονται σε επικοινωνία με ό,τι τις περιβάλλει αλλά η επικοινωνία αυτή έχει τελετουργικό χαρακτήρα και προϋποθέτει αδειοδότηση. Τέλος όλες οι κοινωνίες παράγουν ετεροτοπίες καθώς αυτές επιτελούν μία συγκεκριμένη λειτουργία σε σχέση με αυτές. Τα κενά των κοινωνιών επισημαίνονται ή και γεμίζονται από τις ετεροτοπίες και για αυτό υπάρχει μία σχέση εξάρτησης καθώς και οι κοινωνίες χρειάζονται τις ετεροτοπίες αλλά και οι ετεροτοπίες υπάρχουν εξαιτίας των κενών που έχουν οι κοινωνίες. Σημαντικό είναι το μεταξύ τους όριο και η συστηματική διατήρησή του. (Foucault) Τα μοναστήρια υπήρξαν χώροι που στο παρελθόν έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση και την αναπαραγωγή της γνώσης, που συμφιλίωναν την χειρονακτική εργασία με την πνευματική καλλιέργεια, που παρείχαν χώρο και χρόνο για τις τέχνες και έχουν σπουδαία παρακαταθήκη σε ό,τι αφορά την αγιογραφία, τα χειρόγραφα και τις ψαλμωδίες ενώ συχνά επιτελούσαν σημαντικό κοινωνικό έργο και πολλές φορές αποτελούσαν προωθημένα εργαστήρια εξέλιξης τεχνικών και κατασκευών. Πρόκειται για αυτοδιοίκητες και αυθύπαρκτες ετεροτοπίες που βρίσκουν το χώρο τους στο περιθώριο των κοινωνιών και τροφοδοτούνται από τις ελλείψεις τους. Από την εξέταση των σύνθετων και ημισύνθετων σταυροειδών ναών κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο προκύπτει ότι από την Άλωση και έως το πρώτο τέταρτο του 17ου αιώνα13 οι σχετικοί ναοί, ανακαλούν, περισσότερο ή λιγότερο κατά περίπτωση τα αντίστοιχα μεσοβυζαντινά μνημεία του ιδίου τύπου αποτελώντας ουσιαστικά ένα μεσοβυζαντινό επιβίωμα.14 Βιβλιογραφία -Καμαρούλιας, Δημήτρης, «Τα Μοναστήρια της Ηπείρου», Εκδ. Μπάστας-Πλέσσας, Αθήνα, 1996, Τόμος Β’ σελ 9-18 -Βασίλης Μεσσής, Ο σύνθετος και ημισύνθετος σταυροειδής εγγεγραμμένος κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο, Εγνατία. Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής. Τεύχος Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας 12 (2008), 203-216 -Ιωάννης Τσιουρής, «Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του καθολικού της Μονής Γηρομερίου Θεσπρωτίας (1577 -1590). Συμβολή στη μελέτη της εντοίχιας θρησκευτικής ζωγραφικής του 16ου αιώνα στην Ήπειρο» ( -Ioannis Tsiouris, «The Mural Decoration in the Katholikon oh the Monastery of Geromeri in Thesprotia (1577 - 1590)"), Athens 2011 https://www.academia.edu/2127154/Decoration_in_the_Katholikon_oh_the_Monastery_of _Geromeri_in_Thesprotia_1577_-_1590_Athens_2011 -ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ, Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 16ο ΑΙΩΝΑ, στα πρακτικά ΕΝΔΕΚΑΤΟΥ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΑΘΗΝΑ 1991, σελ26 13 Στην ίδια περιοχή και εποχή έχουμε ευρεία χρήση και οκτάστυλων ναών με δικιόνιο ή τετρακιόνιο νάρθηκα και με τα ίδια τυπολογικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά με τους σύνθετους σταυροειδείς. Από τους οκτάστυλους της περιοχής αναφέρουμε ενδεικτικά τον Άγιο Νικόλαο Μεγάλων Καλυβίων (1806), ριζικά αλλοιωμένο σήμερα, τον Άγιο Αθανάσιο Ρουμ-Παλαμά (1811), τον Άγιο Γεώργιο στο Γλίνος (1818) και τον Άγιο Νικόλαο Καλαμπάκας (1818). Για τους οκτάστυλους της περιοχής βλ. Γ.Καρατζόγλου, «Ο Άγιος Αθανάσιος Ρουμ-Παλαμά Καρδίτσας», Εκκλησίες 3,Αθήνα1989,145-158.55 14 Αρκετοί άλλωστε είναι οι ναοί του 16ου-17ου αιώνα, για τους οποίους διατυπώνεται μετά βεβαιότητας ή ως πιθανότητα η άποψη πως έχουν κτιστεί πάνω σε μεσοβυζαντινό κτίσμα. Αναφέρουμε –εκτός του καθολικού της Σταυρονικήτα και του Τιμίου Προδρόμου Ιβήρων, για τους οποίους έγινε λόγος–, το καθολικό του Αγίου Γεωργίου Αρμά, τη Ζωοδόχο Πηγή Καρύταινας, τον Άγιο Ιωάννη στο Παλιούρι Καρδίτσας, και τα καθολικά της Μακαριώτισσα στη Δόμβραινα Βοιωτίας και της Μεταμόρφωσης στον Κάλαμο Αττικής -Μουσελίμης, Σπ. Αρχαιότητες της Θεσπρωτίας, Γιάννινα 1980 -Αραβαντινός, Π. Περί Οσίου Νείλου του Εριχιώτου, Πανδώρα 15, 490, 1854-1893 - «Μοναστήρια της Εγνατίας Οδού. Ήπειρος,Δυτική Μακεδονία, Νότια Αλβανία», Εκδ. Υπουργ. Πολιτισμού, 1999 - Ν. Σινίκη Παπακώστα, Ήπειρος, Εκκλησίες και Μοναστήρια, Αθήνα-Γιάννενα, 1983. -Sobrino, Miguel: Monasterios, Εκδ. La Esfera de los Libros, 2013 - Foucault, M., Des espaces autres (1967) in Architecture, Mouvement, Continuité, n° 5, 1984, p. 46-49. http://foucault.info/documents/heterotopia/foucault.heterotopia.en.html http://monigiromeriou.gr/el/index.htm http://e-theotokario.blogspot.gr/2014/01/blog-post.html 
2. ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΥ ΣΕΝΑΡΙΟΥ Α. Γενικοί στόχοι Η πολιτιστική και καλλιτεχνική εκπαίδευση μπορεί να αποτελέσει μέσο για την ευρύτερη πνευματική καλλιέργεια και την ανάπτυξη κρίσιμων δεξιοτήτων για τους μαθητές, όπως η έκφραση και η επικοινωνία, η ευρηματικότητα, η δημιουργικότητα και η πρωτότυπη σκέψη. Αντικείμενο του σεναρίου είναι η αξιοποίηση στοιχείων της αρχιτεκτονικής του μνημείου με στόχο: α) τη διαμόρφωση πολιτιστικής ταυτότητας και συνείδησης μέσω μιας σειράς εκπαιδευτικών και επιμορφωτικών παρεμβάσεων, και β) την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και του αρχιτεκτονικού πλούτου της περιοχής της Ηπείρου. Οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες που θα υλοποιηθούν σε σχέση με το μνημείο, συμβάλλουν στην ενίσχυση των δεσμών των μαθητών με την πολιτισμική κληρονομιά του τόπου τους. B. Σύνδεση με τα ισχύοντα στο σχολείο Η διδασκαλία της Τοπικής Ιστορίας στην Πρωτοβάθμια αλλά και στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση κερδίζει τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερο έδαφος με πολλές και ποικίλες προτάσεις και αξιώσεις στη στοχοθεσία, στη μεθοδολογία και στις άλλες διαδικασίες πρόσκτησης του γνωστικού αντικειμένου και της δημιουργικής επεξεργασίας και αξιοποίησής της. Η παράλληλη και επίκαιρη παρεμβολή της τοπικής στην εθνική ιστορία όχι μόνο υποβοηθεί στην κατανόησή της, αλλά διαμορφώνει και προσφέρει ελκυστικό περιεχόμενο στα διαφέροντα των μαθητών των σχολείων στις επιμέρους περιοχές της πατρίδας μας. Οι επισκέψεις, εξάλλου, των μαθητών σε χώρους ιστορικού-πολιτιστικού χαρακτήρα είναι σύμφωνες με την αντίληψη που διαπνέει τα νέα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (ΑΠΣ) των μαθημάτων του Δημοτικού Σχολείου. Γ. Εκπαιδευτικοί Στόχοι Το σενάριο περιλαμβάνει τα εξής μέρη: 1. Συνοπτική πρόταση και παρουσίαση της ιδέας του σεναρίου. 2. Στόχοι (γνωστικοί, ψυχοκινητικοί, συναισθηματικοί). 3. Διδακτικά μέσα. 4. Πορεία διδασκαλίας (α. Πριν την επίσκεψη - Διδασκαλία στην τάξη. β. Επίσκεψη στο πεδίο. γ. Αξιοποίηση της επίσκεψης στην τάξη). 5. Αξιολόγηση. 6. Λύσεις των ασκήσεων των φύλλων εργασίας. 1. Συνοπτική παρουσίαση της πρότασης - Ιδέα του σεναρίου Βασικό θέμα του σεναρίου είναι η γνωριμία με τη Μονή Γηρομερίου. Τα στάδια υλοποίησης του σεναρίου είναι τα εξής: Κατά πρώτον, προκειμένου οι μαθητές να κατανοήσουν τους χώρους του μνημείου, εξωτερικούς και εσωτερικούς, γίνεται η σχετική προετοιμασία από τον διδάσκοντα, σε επίπεδο τάξης. Αποκτούν, δηλαδή, κάποιες γενικές πληροφορίες για τα μοναστήρια, και έπειτα εστιάζουν στη Μονή Γηρομερίου. Ακολουθούν οι διδακτικές ενέργειες, κατά την επίσκεψή τους στον χώρο, όπου οι μαθητές προσεγγίζουν βιωματικά και εξερευνούν το τοπικό περιβάλλον. Το σενάριο ολοκληρώνεται με τις εμπεδωτικές ασκήσεις και άλλες δημιουργίες, μετά την ολοκλήρωση της επίσκεψής τους και κατά την επιστροφή τους στην τάξη. 2. Στόχοι α. Σε επίπεδο γνώσεων (γνωστικοί στόχοι)  Να εξοικειωθούν με την παρατήρηση του μνημείου και την άντληση πληροφοριών από αυτό  Να αναγνωρίσουν τη διαχρονική αξία του μνημείου  Να προσεγγίσουν δημιουργικά το μνημείο  Να αντλήσουν πληροφορίες για το μνημείο από το διαδίκτυο  Να δραστηριοποιηθούν στη διερευνητική μάθηση  Να εξοικειωθούν με τη διαχείριση πληροφοριών : παρατήρηση, περιγραφή, αναζήτηση β. Σε επίπεδο δεξιοτήτων (ψυχοκινητικοί στόχοι) Οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα:  Να εξοικειωθούν με την ιστορική-ερευνητική παρατήρηση του μνημείου και του φυσικού του περιβάλλοντος και να το προσεγγίσουν δημιουργικά.  Να εξερευνήσουν το μνημείο μέσα από την επιτόπια επίσκεψη.  Να εξοικειωθούν με τη διαχείριση πληροφοριών: παρατήρηση, περιγραφή, αναζήτηση, ταξινόμηση, παραβολή πριν και μετά την επίσκεψη.  Να ασκηθούν στη διαθεματική προσέγγιση του μνημείου. γ. Σε επίπεδο στάσεων (συναισθηματικοί στόχοι) Οι μαθητές επιδιώκεται:  Να θαυμάσουν και να απολαύσουν το πολιτιστικό μνημείο και παράλληλα να υιοθετήσουν στάση σεβασμού, προστασίας και ανάδειξής του.  Να νιώσουν τη χαρά της δημιουργίας μέσα από την επιτυχή ολοκλήρωση των ατομικών και ομαδικών εργασιών τους. 3. Διδακτικά Μέσα Θα χρησιμοποιηθούν:  Αίθουσα υπολογιστών με σύνδεση στο Διαδίκτυο.  Φύλλα εργασίας.  Φωτογραφική μηχανή.  Χαρτί του μέτρου, κόλλα ψαλίδι. ΜΟΡΦΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ Διδακτική Μεθοδολογία: Ομαδοσυνεργατική, Βιωματική -ανακαλυπτική μάθηση, Διαθεματική προσέγγιση Δίνεται έμφαση στην εργασία σε ομάδες, στην ανατροφοδότηση των μαθητών με πληροφορίες και αξιολογικές κρίσεις που προέρχονται από την ίδια την ομάδα και προκύπτουν ως αποτέλεσμα μιας διδακτικής πράξης εστιασμένης στην ενεργητική συμμετοχή των μαθητών σε μια ανακαλυπτική πορεία μάθησης. 
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ Αναλαμβάνει τους ρόλους του εμψυχωτή, του καθοδηγητή και του συντονιστή των ομάδων και βοηθά τους μαθητές να γίνουν οι ίδιοι φορείς της μάθησής τους. Υποστηρίζει διακριτικά τη διαδικασία αναζήτησης, επεξεργασίας και μελέτης του μαθησιακού υλικού παρέχοντας τα απαραίτητα στηρίγματα, εξομαλύνοντας ενδεχόμενες δυσκολίες και διευκολύνοντας την εργασία των ομάδων. 1. Προτεινόμενη διδακτική μεθοδολογία α. Πριν την επίσκεψη - Διδασκαλία στην τάξη 1η Φάση: Οι μαθητές μαθαίνουν για την γεωγραφική τοποθεσία της μονής 2η Φάση: Οι μαθητές συγκρίνουν μέσα από εικόνες άλλα μοναστήρια που βρίσκονται στην Ήπειρο και μαθαίνουν από πού μπορεί να προέρχεται η ονομασία της μονής 3η Φάση: Εκμάθηση ιστορικών στοιχείων για το μνημείο 4η Φάση: Εκμάθηση των μερών του μοναστηριού και του τρόπου κατασκευής του 5η Φάση: Γνωριμία με το εσωτερικό της μονής και βαρύτητα στα κειμήλια που βρίσκονται σε αυτό β. Επίσκεψη στο πεδίο 6η Φάση: Επίσκεψη στο μνημείο Οι μαθητές κατά την επίσκεψη στο μνημείο, καλούνται να εφαρμόσουν τη γνώση που κατέκτησαν μέσα στην τάξη. Ως μικροί περιηγητές, αρχαιολόγοι και φωτογράφοι, χωρισμένοι σε ομάδες, αναλύουν, επισκέπτονται και εξηγούν διάφορα μέρη της μονής. γ. Αξιοποίηση της επίσκεψης στην τάξη Φάση 7η : Στη φάση αυτή ανακεφαλαιώνονται, μέσα από καίριες ερωτήσεις του εκπαιδευτικού, οι γνώσεις που αποκτήθηκαν από την επίσκεψη στο μοναστήρι, ώστε να κινητοποιείται δημιουργικά η διαδικασία της ανατροφοδότησης Οι μαθητές με τη βοήθεια του δασκάλου τους, φτιάχνουν το κολάζ με τις φωτογραφίες που συγκέντρωσαν από την επίσκεψή τους, συζητάνε και γράφουν τι τους έκανε εντύπωση και αναζητούν επιπλέον πληροφορίες για τη μονή. 
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ 1) Ερωτήσεις κατανόησης πολλαπλών επιλογών Α. Πώς λεγόταν ο ιδρυτής της Μονής Γηρομερίου; 1) Θεόφιλος 2) Δημήτρης Παπαδιαμάντης 3) Οξιώτης 4) Όσιος Νείλος Β. Που είναι αφιερωμένη η Μονή; 1) Στον Άγιο Νικόλαο 2) Στον Άγιο Δημήτριο 3) Στην Κοίμηση της Θεοτόκου 4) Στην Αγία Άννα Γ. Ποιος ανακαίνισε το Καθολικό της Μονής; 1) Δημήτρης Παπαδιαμάντης 2) Όσιος Νείλος ο Εριχιώτης 3) Οξιώτης 4) Θεόφιλος Δ. Πότε ιδρύθηκε η Μονή; 1) αρχές 14ου αιώνα 2) 17ος αιώνας 3) 5ος π.Χ αιώνας 4) 12ος αιώνας 2) Κρυπτόλεξο Ε Ρ Ι Χ Ι Ω Τ Η Σ Ο Μ Ο Ν Α Χ Ο Σ Ν Μ Ξ Τ Ε Π Ι Γ Ρ Α Φ Η Ι Θ Ε Ο Τ Ο Κ Ο Σ Μ Ω Κ Ζ Α Π Μ Κ Ρ Μ Τ Γ Η Ρ Ο Μ Ε Ρ Ι Γ Η Π Φ Σ Ε Φ Ε Κ Σ Μ Σ Κ Α Μ Π Α Ν Α Ρ Ι Ο Φ Ε Ρ Ε Ζ Σ Θ Σ Τ Σ Ρ Ω Τ Ε Ι Κ Ο Ν Α Φ Υ Γ Ν Ι Ε Γ Λ Ρ Λ Τ Β Τ Τ Λ Υ Α Ι Δ Μ Α Ψ Η Ρ Ε Ε Ε Κ Μ Φ Ο Ν Ε Τ Κ Λ Σ Ο Σ Λ Ε [Εριχιώτης, Καθολικό, Καμπαναριό, Οξιώτης, Θεοτόκος, Γηρομέρι, Κελί, Μοναχός, Εικόνα, Επιγραφή] 3) Αντιστοίχιση λέξεων από τη στήλη Α με λέξεις από τη στήλη Β Α Β Καλόγερος Δωμάτιο Παπαδιαμάντης Οδηγήτρια Κελί Εριχιώτης Εικόνα Μοναχός Όσιος Νείλος Ζωγράφος Τράπεζα Καθολικό Γηρομέρι Φαγητό Ναός Θεσπρωτία 4) Βάζουμε λέξη στη σωστή σειρά Γεια σας, παιδιά! Είμαι ο μοναχός (1) Θεόφιλος. Μαζί μάθαμε κάποιες πληροφορίες για τη Μονή Γηρομερίου(2) που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου(3). Τη Μονή ίδρυσε ο Όσιος Νείλος (4) ο Εριχιώτης τον 14ο (5) αιώνα. Τα οικοδομήματα της Μονής είναι κατασκευασμένα από πέτρα(6). Την ανακαίνιση του καθολικού χρηματοδότησε ο Οξιώτης (7) από την Πωγωνιανή το 1568(8) ενώ το τέμπλο ζωγράφισε ο Δημήτριος Παπαδιαμάντης (9) από το Ζαγόρι το 1824. Στη μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Γηρομέρι, βρίσκονται πάρα πολύ σημαντικά κειμήλια (10). (κειμήλια, 1568, μοναχός, Γηρομερίου, Θεοτόκου, 14ο , Οξιώτης, Παπαδιαμάντης, πέτρα, Νείλος)